Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Χεράτ (ζωγραφική)

Με το όνομα Χεράτ στη ζωγραφική φέρεται ιδιαίτερη σχολή, (τέχνη), που αφορά ισλαμική τεχνοτροπία μικρογραφίας που αναπτύχθηκε στη πόλη Χεράτ (του Αφγανιστάν), κατά τον 15ο αιώνα, τότε που ήταν πρωτεύουσα της Περσίας.

Η τεχνοτροπία αυτή είχε μάλιστα τεθεί υπό την προστασία των Τιμουριδών αφού ξεκίνησε επί εποχής του Σαχ Ροχ, του γιου του Ταμερλάνου, περί το 1400. Έφθασε δε στη μεγαλύτερη ακμή της στην εποχή του Μπαϋσουνκούρ Μιρζά, γιού του Σαχ Ροχ, ο οποίος καλούσε στην Αυλή του τους καλλίτερους ζωγράφους της εποχής του, απ΄ όλη τη περιοχή του σημερινού Ιράν και Αφανιστάν. Η τεχνοτροπία αυτή τελικά άνθησε μέχρι το 1507 όταν καταλήφθηκε η Χεράτ και στη συνέχεια λεηλατήθηκε από τους Ουζμπέκους.

Η τεχνοτροπία Χεράτ ήταν ζωγραφική κυρίως πάνω σε μετάξι τεμάχια εκ του οποίου κοσμούσαν διάφορα χειρόγραφα κειμενα ποιητικών έργων. Η τεχνική αυτή προήλθε από παλαιότερη τεχνική ζωγραφικής παράδοσης των αρχαίων πόλεων της Ταυρίδας και της Σιράζ. Το κύριο χαρακτηριστικό της τεχνοτροπίας χεράτ ήταν η απεικόνιση της προοπτικής σε παραστάσεις μεμονωμένων ομάδων ανθρώπων ή ζώων ή άλλων τοπίων σε υπερκείμενα επίπεδα με διαδοχική σμίκρυνση έτσι ώστε να διακρίνονται διάφορες παρατάξεις σε βάθος πεδίου δίνοντας την εικόνα ότι κάθεμία είναι πίσω από την άλλη. Κυρίαρχα χρώματα της τεχνοτροπίας αυτής ήταν το πράσινο του σμαραγδιού και η ποικιλία του βαθυγάλαζου με χαρακτηριστική λεπτότητα χρωματισμού. Αργότερα κυρίαρχη μορφή της ζωγραφικής αυτής ήταν ο Μπεχζάντ που υπό την προστασία του Βασιλέα Χουσεΐν Μπαϋκαράχ (1469-1506) δημιούργησε πλήθος εξαιρετικών έργων μερικά των οποίων σώζονται σήμερα σε σημαντικές εθνικές βιβλιοθήκες και μουσεία του κόσμου.
Ένα εξ αυτών των αριστουργημάτων είναι και ο λεγόμενος "Δενδρόκηπος" του 1489, που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Καΐρου.

Φουτουρισμός

Ο Φουτουρισμός ήταν ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα του 20ου αιώνα. Θεωρείται κυρίως μια ιταλική σχολή στο χώρο της λογοτεχνίας και της τέχνης που ωστόσο υϊοθετήθηκε και από καλλιτέχνες άλλων χωρών, ειδικότερα της Ρωσίας. Ο Φουτουρισμός αναπτύχθηκε σχεδόν σε όλες της μορφές της τέχνης, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την ποίηση, τη μουσική και το θέατρο. Τοποθετείται χρονικά την περίοδο 1909-1920.

Βασική μορφή του φουτουριστικού κινήματος αποτέλεσε ο Ιταλός ποιητής Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι, που είναι και ο δημιουργός του περίφημου ιδρυτικού μανιφέστο του Φουτουρισμό. Αρχικά δημοσιεύτηκε στο Μιλάνο (1909) αλλά και στην γαλλική εφημερίδα Le Figaro (Φιγκαρό) στις 20 Φεβρουαρίου 1909.

Χαρακτηριστικά

Οι Φουτουριστές εισήγαγαν κάθε νέο μέσο στην καλλιτεχνική έκφραση και χαιρέτησαν τα νέα τεχνολογικά μέσα της εποχής ως ένα θρίαμβο του ανθρώπου απέναντι στη φύση. Αντιτάχθηκαν στο Ρομαντισμό, τις παλιές τεχνοτροπίες, την παράδοση, την ηθική, την αρχαιολογία, τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες κλπ. και ύμνησαν την ταχύτητα και τις βιομηχανικές πόλεις. Κατά την έκφρασή τους: «ένα αυτοκίνητο... είναι ωραιότερο από τη Νίκη της Σαμοθράκης», ενώ επιζητούσαν να υμνηθεί η δύναμη, η ταχύτητα, ο πόλεμος, οι μηχανές και τα πολυβόλα! Πρότειναν ακόμα τη χρήση ενός εναλλακτικού συντακτικού της γλώσσας στην τέχνη. Όπως θα γράψει και ο ίδιος ο Μαρινέτι:

«O Φουτουρισμός βασίζεται στην πλήρη ανανέωση της ανθρώπινης ευαισθησίας, που προκαλείται από τις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις. Oι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τον τηλέγραφο, το τηλέφωνο, το φωνόγραφο, το ποδήλατο, τη μοτοσικλέτα, το αυτοκίνητο, το υπερωκεάνιο, το πηδαλιοχούμενο, το αεροπλάνο, τον κινηματογράφο, τη μεγάλη εφημερίδα δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη πως αυτά τα μέσα επικοινωνίας, μεταφοράς και πληροφόρησης ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ψυχή τους».

Ο Μαρινέτι κατάφερε γρήγορα να εμπνεύσει και άλλους καλλιτέχνες, κυρίως νέους ζωγράφους από το Μιλάνο, όπως ο Ουμπέρτο Μποτσιόνι, ο Κάρλο Καρά και ο Τζιάκομο Μπάλα, οι οποίοι βοήθησαν σημαντικά στην επέκταση του φουτουρισμού στη ζωγραφική και εν γένει στις εικαστικές τέχνες. Ο Μποτσιόνι έγραψε επίσης το μανιφέστο των φουτουριστών ζωγράφων το 1910.

Στις μέρες μας, αναγνωρίζεται ίσως ολοένα και περισσότερο η πολιτική διάσταση του φουτουρισμού, πέρα από την κάλυψη που προσέφερε των όποιων αναγκών καλλιτεχνικής έκφρασης. Θεωρείται πως μεταξύ των ιδανικών του Μαρινέτι ήταν και η είσοδος της υποβαθμισμένης και αρκετά οπισθοδρομικής την εποχή εκείνη Ιταλίας, στον 20ο αιώνα. Στα μελανά σημεία του Φουτουρισμού αναφέρεται επίσης συχνά, η σύνδεση του με τον φασισμό αφού οι ιδέες του αποτέλεσαν την καλλίτερη προπαγάνδα του.

Ο Φουτουρισμός επηρέασε σημαντικά πολλά από τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα και ειδικότερα τον ρώσικο Κονστρουκτιβισμό, το Ντανταϊσμό και τον Υπερρεαλισμό. Ως οργανωμένο κίνημα σταμάτησε να υφίσταται περίπου το 1920, γεγονός που συνδέεται και με τον χαμό πολλών εκφραστών του φουτουρισμού στη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων όταν μοναδικός υποστηρικτής του είχε μείνει τελικά ο Μαρινέτι.

Γενικά ο Φουτουρισμός στο πεδίο της ζωγραφικής και της γλυπτικής επιχειρεί να αποδόσει ακαριαία εντυπώσεις και αισθήματα παρελθόντος, στο παρόν και το μέλλον με αποτέλεσμα την, εκ της άνευ συνοχής, εμφάνιση αντικειμένων σε τεμαχισμό, διαμελισμό και σε πλήρη σύγχυση. Στη δε μουσική, ο φουτουριστής συνθέτης διαγράφοντας τους πατροπαράδοτους κανόνες αμονίας κλπ αρκείται στην απόδοση κραυγών, σειρήνων και θορύβων.

Φουτουριστές καλλιτέχνες
Φιλίππο Τομάζο Μαρινέτι
Τζιάκομο Μπάλα
Ουμπέρτο Μποτσιόνι
Κάρλο Καρά
Πρίμο Κόντι
Φορτουνάτο Ντεπέρο
Λουίτζι Ρούσολο
Τζίνο Σεβερίνι

Υπερρεαλισμός

Ο υπερρεαλισμός ή σουρρεαλισμός ήταν ένα κίνημα που αναπτύχθηκε κυρίως στο χώρο της λογοτεχνίας αλλά εξελίχθηκε σε ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτικό ρεύμα. Άνθισε κατά κύριο λόγο στη Γαλλία των αρχών του 20ου αιώνα, κατά την περίοδο μεταξύ του πρώτου και δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Στη φύση του επαναστατικό κίνημα, ο υπερρεαλισμός επιδίωξε πολλές ριζοσπαστικές αλλαγές στο χώρο της τέχνης αλλά και της σκέψης γενικότερα, ασκώντας επίδραση σε μεταγενέστερες γενιές καλλιτεχνών. Τα μέλη του αντέδρασαν σε αυτό που οι ίδιοι ερμήνευαν ως μία βαθιά κρίση του Δυτικού πολιτισμού, προτείνοντας μία ευρύτερη αναθεώρηση των αξιών, σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, στηριζόμενοι στις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ και στα πολιτικά ιδεώδη του Μαρξισμού[1]. Ως κύριο μέσο έκφρασης, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις εικαστικές τέχνες, προέβαλαν τον «αυτοματισμό», επιδιώκοντας τη διερεύνηση του ασυνειδήτου, την απελευθέρωση της φαντασίας «με την απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική»[2] και διακηρύτοντας τον απόλυτο μη κονφορμισμό.

Οι καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν το κίνημα καταγράφηκαν στο πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού (1924) του Αντρέ Μπρετόν, καθώς και στην πραγματεία Une Vague de rêves (1924) του Λουί Αραγκόν, ενώ συμμετείχαν ενεργά στα περιοδικά La Révolution surréaliste και Litterature που εξέδιδε η υπερρεαλιστική ομάδα. Ο Μπρετόν αναγνωρίζεται ως κεντρική φυσιογνωμία και ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς τού κινήματος, ενώ άλλα διακεκριμένα μέλη υπήρξαν οι ποιητές Πωλ Ελυάρ, Ρενέ Κρεβέλ, Ρομπέρ Ντεσνός, Μπενζαμίν Περέ, Ροζέ Βιτράκ, όπως και οι καλλιτέχνες Μαξ Ερνστ, Μαν Ραίη, Ζαν Αρπ, Αντρέ Μασόν και Χουάν Μιρό. Πολλοί από τους πρώιμους υπερρεαλιστές προήλθαν από το προγενέστερο κίνημα του Ντανταϊσμού.

Ορισμός

Ο όρος σουρρεαλισμός ή υπερρεαλισμός επινοήθηκε το 1917 από το Γάλλο ποιητή Γκιγιώμ Απολλιναίρ, ο οποίος τον χρησιμοποίησε χαρακτηρίζοντας το παράδοξο θεατρικό έργο του Οι Μαστοί του Τειρεσία (Les Mamelles de Tiresias), ως «υπερρεαλιστικό δράμα» (drame surrealiste). Κατά τον Απολλιναίρ, ο όρος αυτός δήλωνε τον αναλογικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποδοθεί η πραγματικότητα. Όταν λόγου χάρη ο άνθρωπος θέλησε να μιμηθεί το βάδισμα δεν εφηύρε τα μηχανικά πόδια αλλά τον τροχό. Με τον ίδιο τρόπο ερμήνευε τη συμπεριφορά του ποιητή, ο οποίος προκειμένου να μεταδώσει κάποιες ιδέες, δεν αντιγράφει τον κόσμο και τις καταστάσεις του στατικά και νατουραλιστικά, αλλά δυναμικά, με τρόπο αναλογικό και δημιουργική φαντασία[3]. Ο Απολλιναίρ εισήγαγε τον όρο περισσότερο αφηρημένα, χωρίς να προτείνει μία νέα καλλιτεχνική σχολή ή θεωρία και ενδεχομένως ο σουρρεαλισμός να είχε παραμείνει ένας πολύ ειδικός και ακαδημαϊκός όρος (όπως π.χ ο Γκονγκορισμός ή ο Ευφυϊσμός), αν ο Αντρέ Μπρετόν δεν είχε ενσωματώσει μετέπειτα στον υπερρεαλισμό όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεμελίωσαν το υπερρεαλιστικό κίνημα[4], όπως τις θεωρίες του Φρόυντ για τα όνειρα ή το ασυνείδητο και κυρίως τον αυτοματισμό.

O όρος χρησιμοποιήθηκε επίσης το 1920 από τον Πωλ Ντερμέ στην επιθεώρηση L' Esprit Nouveau και τέσσερα χρόνια αργότερα από τον Yvan Goll, ως τίτλος ενός βραχύβιου περιοδικού που εξέδωσε[5]. Στο ίδιο το Σουρρεαλιστικό Μανιφέστο που δημοσιεύτηκε το 1924, ο Μπρετόν έδωσε στη λέξη τον ακόλουθο ορισμό:

ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, ουσ. αρ. Αυτοματισμός ψυχικός, καθαρός, με τον οποίο προτίθεται κανείς να εκφράσει είτε προφορικά είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης, με την απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική.
ΕΓΚΥΚΛ. Φιλοσ. Ο σουρεαλισμός στηρίζεται στην πίστη στην ανώτερη πραγματικότητα ορισμένων τύπων συσχετισμών αγνοημένων ως τώρα, στην παντοδυναμία του ονείρου. στο αδιάφορο παιχνίδι της σκέψης. Τείνει να καταλύσει όλους τους άλλους ψυχικούς μηχανισμούς και να υποκατασταθεί στη θέση της στη λύση των κυριότερων προβλημάτων της ζωής.[2]

Συχνά ο όρος χρησιμοποιείται με διαφορετικούς τρόπους για να υποδηλώσει κάτι φανταστικό, αλλόκοτο, παράλογο ή τρελό. Η απλοϊκή αυτή χρήση του όρου είναι ανεπαρκής για την περιγραφή του υπερρεαλιστικού κινήματος, έχει παρόλα αυτά ενσωματωθεί στην καθομιλουμένη (π.χ. "...ήταν μια εντελώς σουρρεαλιστική σκηνή!").

Ιστορία

Η γέννηση του υπερρεαλισμού
 
Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του περιοδικού La Révolution surréaliste (H Υπερρεαλιστική Επανάσταση), το Δεκέμβριο του 1924.

Ο υπερρεαλισμός γεννήθηκε στο Παρίσι και αναπτύχθηκε ως επί το πλείστον από νεαρούς ποιητές της εποχής, κυρίως από την ομάδα που διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Litterature στο διάστημα 1919-1924, διαμορφώνοντας την τάση που αργότερα οδήγησε στη δημοσίευση ενός Μανιφέστου που ανήγγειλε τη δημιουργία ενός νέου κινήματος. Βασικές επιρροές αυτής της πρώιμης υπερρεαλιστικής ομάδας υπήρξαν οι Ρεμπώ, Λωτρεαμόν και Μαλλαρμέ, αλλά και σύχρονοι λογοτέχνες της εποχής όπως ο Απολλιναίρ και Πιέρ Ρεβερντύ. Άλλες σαφείς επιρροές προήλθαν από τον γερμανικό Ρομαντισμό αλλά και το αγγλικό γοτθικό μυθιστόρημα. Το περιοδικό Litterature ήταν αρχικά υπό την διεύθυνση των Λουί Αραγκόν, Αντρέ Μπρετόν και Φιλίπ Σουπώ και συνεργάστηκε με πρωτοποριακούς αλλά και περισσότερο παραδοσιακούς καλλιτέχνες. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, και με τον ερχομό στο Παρίσι του Τριστάν Τζαρά, ενός από τους πρωτεργάτες του κινήματος του ντανταϊσμού, το περιοδικό ακολούθησε ένα δρόμο περισσότερο επαναστατικό, αντίθετα σε όλα τα ρεύματα της τέχνης που προηγήθηκαν και κυρίως αντίθετα στο κατεστημένο της εποχής και την αδρανή αστική τάξη. Η δυσπιστία απέναντι στον ορθολογισμό και τις τυπικές συμβάσεις που αποτελούσαν «ιερές» αξίες για την εποχή και για αρκετούς καλλιτέχνες της πρωτοπορίας, αποτέλεσε τη βάση για την εξερεύνηση του χώρου του ασυνείδητου και του ονείρου[6]. Υπό αυτές τις συνθήκες καθιερώθηκε και η μέθοδος της αυτόματης γραφής, η οποία έδωσε το πρώτο γνήσια υπερρεαλιστικό έργο, τα Μαγνητικά Πεδία (Les Champs Magnetiques, 1920) των Αντρέ Μπρετόν και Φιλίπ Σουπώ. Πυρήνα των υπερρεαλιστικών ιδεών αποτέλεσαν παράλληλα οι θεωρίες του Φρόυντ, αν και οι υπερρεαλιστές δεν ενδιαφέρονταν για τις θεραπευτικές δυνατότητες της ψυχαναλυτικής μεθόδου, αλλά για τα όνειρα ως καταστάσεις απελευθέρωσης της ανθρώπινης φαντασίας.

Από τον Μάρτιο του 1922, ο Αντρέ Μπρετόν ανέλαβε αποκλειστικά τη διεύθυνση της Litterature και οδήγησε στην οριστική ρήξη τού περιοδικού με την πρωτοπορία της εποχής όπως και με τον ντανταϊσμό, τον οποίο αποκήρυξε δημόσια (Littérature, no. 2, Απρίλιος 1922). Κύρια αιτία της ρήξης με το Νταντά ήταν η διαφωνία σχετικά με το αν υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει αποδεκτό ή όχι[7], με δεδομένη την προσήλωση των υπερρεαλιστών στον αυτοματισμό και στις φροϋδικές θεωρίες. Παρά το γεγονός πως ο υπερρεαλισμός διαμορφώθηκε όντας άρρηκτα συνδεδεμένος με το ρεύμα τού ντανταϊσμού, τα μέλη του δεν χαρακτηρίζονταν από τον αρνητισμό των ντανταϊστών, αλλά αναζητούσαν ένα κοινωνικό όραμα και μια κατεύθυνση έκφρασης απαλλαγμένη από κάθε είδους λογικά τεχνάσματα. Κατά την περίοδο αυτή, η ομάδα των υπερρεαλιστών εμπλουτίστηκε με τη συμμετοχή αρκετών καλλιτεχνών, όπως του φωτογράφου Μαν Ραίη από τη Νέα Υόρκη, του ζωγράφου Φράνσις Πικαμπιά που επιμελήθηκε όλα τα εξώφυλλα της Litterature, του ποιητή Πωλ Ελυάρ, του Μαρσέλ Ντυσάν και του Μαξ Ερνστ από την Κολωνία, διαμορφώνοντας τον πρώτο πολύ ισχυρό πυρήνα του υπερρεαλισμού. Η Litterature υπήρξε όργανο τού κινήματος και μέσα από τις σελίδες του εκφράστηκαν τα ιδεώδη του υπερρεαλισμού, δημοσιεύοντας ποικίλα κείμενα – κυρίως ποιήματα – που αποτελούσαν ως επί το πλείστον προϊόντα αυτόματης γραφής. Την ίδια περίοδο, η ομάδα των υπερρεαλιστών ξεκίνησε να διοργανώνει τακτικές συγκεντρώσεις των μελών αλλά και να εμφανίζεται σε ομαδικές εκδηλώσεις, καθιερώνοντας ομαδικά παιχνίδια και ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο τη συνοχή της.

Τον Ιούνιο του 1924 το κίνημα περιλάμβανε επιπλέον στους κόλπους του, τους ποιητές Μπεντζαμέν Περέ, Ρομπέρ Ντεσνός, Ροζέ Βιτράκ, Μαξ Μορίζ, Ζωρζ Λεμπούρ, Ζοζέφ Ντελτέιγ, Ζακ Μπαρόν και Ρενέ Κρεβέλ. Στην πορεία των επόμενων χρόνων συνέβησαν αρκετές ανακατατάξεις, με αποχωρήσεις μελών και συμμετοχή νέων προσώπων. Στο Βέλγιο διαμορφώθηκε παράλληλα μία αυτόνομη υπερρεαλιστική ομάδα που έλαβε επίσημη αναγνώριση το 1926. Μέλη της υπήρξαν οι εκδότες των ντανταϊστικών περιοδικών œsophage (1925) και Marie (1926), ο ζωγράφος Ρενέ Μαγκρίτ, ο καλλιτέχνης και ποιητής ΕLT Messens, οι Paul Nougé (1895–1967), Marcel Lecomte (1900–66) και Camille Goemans (1900–60), καθώς και ο μουσικός André Souris. Οι Goemans και Μαγκρίτ εγκαταστάθηκαν αργότερα στο Παρίσι έχοντας αξιοσημείωτη συμβολή στην υπερρεαλιστική ομάδα της πρωτεύουσας. Ο πρώτος υπήρξε ο ιδρυτής μίας ομώνυμης γκαλερί όπου διοργανώνονταν υπερρεαλιστικές εκθέσεις, ενώ ο Μαγκρίτ αποτέλεσε σημαντικό εκπρόσωπο της ομάδας, συνεισφέροντας στην επιθεώρηση La Révolution surréaliste.

Η περίοδος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου

Η άνοδος του ναζισμού και τα γεγονότα της περιόδου 1939-1945 επισκίασαν κάθε άλλη δραστηριότητα. Το 1941 ο Μπρετόν επισκέπτεται την Αμερική όπου δημιουργεί το περιοδικό VVV και προωθεί τον υπερρεαλισμό, κυρίως χάρη στη βοήθεια του Αμερικανού ποιητή Τσάρλς Χένρι Φόρντ ο οποίος εκείνο τον καιρό εκδίδει το περιοδικό View- σε αυτό θα δημοσιευθούν και εκτεταμένες αναφορές σε έργα υπερρεαλιστών.

Πολλοί ιστορικοί θεωρούν πάντως αυτή την περίοδο ως την αρχή της πτώσης του υπερρεαλιστικού κινήματος. Με τη λήξη του πολέμου, ο Μπρετόν επιστρέφει στο Παρίσι όπου ξεκινά ένας νέος κύκλος δραστηριοτήτων. Κύριος στόχος του είναι να αποσυνδεθεί ο υπερρεαλισμός από τον χαρακτήρα ενός απλώς αισθητικού κινήματος και να προβάλλει περισσότερο ένα ιδεολογικό περιεχόμενο. Συχνά επισημαίνει την ανάγκη του να ζεί κανείς τον υπερρεαλισμό.

Τα Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού

Το Σουρρεαλιστικό Μανιφέστο του Αντρέ Μπρετόν εμφανίστηκε το 1924. Μέσα σε αυτό το εκτεταμένο κείμενο αποτυπώνονται οι φιλοδοξίες και οι σκοποί του υπερρεαλισμού. Η φαντασία, η τρέλα, το ασυνείδητο και η παντοδυναμία του ονειρικού στοιχείου αποτελούν τα προπύργια της υπερρεαλιστικής οπτικής. Αποδίδονται ακόμα ιδιαίτερες τιμές στον Σίγκμουντ Φρόυντ, που είναι ο πρώτος αναλυτής των ονείρων, ως μέσο για την κατανόηση του ατόμου. Ο σουρρεαλισμός γίνεται κήρυκας της απαλλαγής του ανθρώπου από τον έλεγχο της λογικής και από κάθε επιταγή ηθικής τάξης. Βασικό στοιχείο του αποτελεί ακόμα η αντίθεση στον Χριστιανισμό και τον καρτεσιανισμό, που σύμφωνα με τη θεωρία του υπερρεαλισμού παραλύουν όλη την σκέψη της Δύσης. Το 1930 παρουσιάστηκε το Δεύτερο Μανιφέστο. Αυτό στρέφεται πιο έντονα στην ερμητική και αλχημιστική παράδοση, χωρίς βέβαια να εγκαταλείπεται ο αντιχριστιανισμός και ο αριστερισμός.

Το τέλος του Υπερρεαλισμού

Αν και είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τερματισμό του υπερρεαλιστικού κινήματος, καθώς η επίδραση του σε μεταγενέστερες σχολές και κινήματα είναι συνεχής, πολλοί ιστορικοί θεωρούν την περίοδο του Β' Παγκοσμίου πολέμου ως την αρχή του τέλους για τον υπερρεαλισμό. Ως οργανωμένο κίνημα εγκαταλείπεται οριστικά με το θάνατο του Αντρέ Μπρετόν το 1966.

Πολιτική και Υπερρεαλισμός

Το υπερρεαλιστικό κίνημα, πέρα από την καλλιτεχνική του διάσταση, χαρακτηρίστηκε και από έντονη πολιτική δράση. Οι υπερρεαλιστές είχαν δύο κύρια συνθήματα: "Να αλλάξουμε τη ζωή" (Ρεμπώ) και "Να αλλάξουμε τον κόσμο" (Καρλ Μαρξ). Η πολιτική θέση του υπερρεαλισμού, αν και αρχικά είχε αναρχική απόχρωση, δεν άργησε να προσανατολιστεί στα κόμματα της άκρας αριστεράς διεκδικώντας δεσμούς με το μαρξισμό. Στα τέλη του 1929 μάλιστα, προσχωρούν επίσημα στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα, γεγονός που σφραγίζεται και με την έκδοση του περιοδικού "Ο Σουρρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης" (Le Surrealisme au service de la Revolution).

Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως το υπερρεαλιστικό κίνημα δεν θα έχει ποτέ κάποιο αποτέλεσμα σε ότι αφορά τις πολιτικές του τοποθετήσεις και προσπάθειες. Εξάλλου το εργατικό κίνημα ουδέποτε έδειξε εμπιστοσύνη στους ποιητές, που στην πλειοψηφία τους ήταν αστικής προέλευσης. Επιπλέον η πολιτική αποτέλεσε βασική πηγή διαφωνιών μεταξύ των μελών του υπερρεαλισμού. Ο Αντρέ Μπρετόν υπήρξε από τους πρώτους που τάχθηκαν στην υπηρεσία του κομμουνιστικού κόμματος, βρίσκοντας σχετικά λίγους μιμητές. Ακόμα και εκείνος όμως, αποχώρησε λίγο καιρό αργότερα αφού δεν άντεξε τον τρόπο λειτουργίας των κομματικών πυρήνων. Λίγο αργότερα, πέρασε στον τροτσκισμό. Ο Μπρετόν είχε και προσωπική συνάντηση με τον Λέων Τρότσκι στο Μεξικό το 1938. Μετά από αυτή την περίοδο και το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου πολέμου, οι πολιτικές θέσεις του κινήματος χαρακτηρίστηκαν από έντονες διακυμάνσεις. Ανάμεσα σε άλλα, έχουμε συμφιλίωση με τον αναρχισμό, υποστήριξη του ειρηνιστικού κινήματος του Γκάρυ Ντέηβις (1949) καθώς και επίσημη τοποθέτηση κατά του πολέμου στην Αλγερία και του Γκωλλισμού (1958-1962).

Αυτoματισμός

Ο υπερρεαλιστικός αυτοματισμός αποτελεί τη διαδικασία γραφής ή σχεδίασης κατά την οποία ο δημιουργός λειτουργεί αυθόρμητα, προβάλλοντας με αυτό τον τρόπο το ασυνείδητο, χωρίς κανένα στοιχείο αυτολογοκρισίας ή ήθικού και αισθητικού περιορισμού.

Ο αυτοματισμός αναπτύχθηκε κυρίως στη γραφή και τη ζωγραφική. Η αυτόματη γραφή προέρχεται από τον μυστικιστικό αυτοματισμό και ειδικότερα την πρακτική των μελλοντολόγων κατά την οποία, όπως ισχυρίζονται, καταγράφουν τα μηνύματα που λαμβάνουν από πνεύματα. Στην περίπτωση του υπερρεαλισμού ωστόσο, αποτελεί απλά μέσο έκφρασης του ασυνειδήτου, μέσω της χρήσης λέξεων με τυχαίο και αυθόρμητο τρόπο, επιτυγχάνοντας έτσι τη δημιουργία παράλογων και φανταστικών εικόνων, χωρίς απαραίτητα λογική σύνδεση μεταξύ τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτόματης γραφής αποτελούν τα Μαγνητικά Πεδία των Αντρέ Μπρετόν και Φιλίπ Σουπώ, το πρώτο αμιγώς αυτόματο υπερρεαλιστικό κείμενο.

Στην Ελλάδα, η Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου αποτελεί ίσως το μοναδικό κείμενο αυτόματης γραφής.

Στο σχέδιο, η αυτόματη μέθοδος συνίσταται σε ένα είδος τυχαίας μετακίνησης του πινέλου πάνω στο χαρτί. Ο Αντρέ Μασόν φαίνεται πως ήταν από τους πρώτους χρήστες της μεθόδου, η οποία επεκτάθηκε και στην ζωγραφική με κύριως εκφραστές τους Χουάν Μιρό και Ζαν Αρπ.

Υπερρεαλιστές καλλιτέχνες

Καλλιτέχνες που δραστηριοποιήθηκαν στις τάξεις του υπερρεαλιστικού κινήματος στις αρχές του:
Λουί Αραγκόν
Αντονέν Αρτώ
Ζώρζ Μπατάιγ
Αντρέ Μπρετόν
Τζόρτζιο ντε Κίρικο
Ρενέ Κρεβέλ
Σαλβαντόρ Νταλί
Πωλ Ελυάρ
Μαξ Ερνστ
Μαρκ Σαγκάλ
Βαλεντίν Ουγκό
Αλμπέρτο Τζιακομέτι
Ρενέ Μαγκρίτ
Χουάν Μιρό
Μερέ Όπενχαιμ
Μαν Ραίη
Υβ Τανγκύ
Ανδρέας Εμπειρίκος


Βιβλιογραφία
Αντρέ Μπρετόν, Μανιφέστα του Σουρρεαλισμού, Εκδόσεις Δωδώνη, 1983
André Breton, Conversations: The Autobiography of Surrealism, Gallimard, 1952 (Paragon House 1993). ISBN 1569249709.
Πάτρικ Βάλντμπεργκ, Σουρρεαλισμός, Υποδομή, 1982
What is Surrealism?: Selected Writings of André Breton (ed. Franklin Rosemont). ISBN 0873488229.
Gerard Durozoi, History of the Surrealist Movement, University of Chicago Press, ISBN 0226174115.
Franklin Rosemont, Surrealism and Its Popular Accomplices San Francisco, CA: City Lights Books, 1980. ISBN 087286121X.
Melly, George, Paris and the Surrealists Thames & Hudson, 1991
Helena Lewis, The Politics Of Surrealism, New York: Paragon House, 1988
Reymond Spiteri, Donald Lacoss, Surrealism, Politics and Culture, Ashgate Publishing, 2003
Mary Ann CawsSurrealist Painters and Poets: An Anthology, MIT Press, 2001
Φ. Οντουάν, Οι Σουρρεαλιστές, Μετάφραση: Δ. Δημούλης, Β. Παπαοικονόμου - Επιμέλεια: Μπ. Γεωργαντίδης, Θεμέλιο, 1990
Σωτήρης Τριβιζάς, Το Σουρρεαλιστικό Σκάνδαλο: Χρονικό της υποδοχής του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα, εκδ. Καστανιώτη, 2005. ISBN 9600337993
Michael Lowy, Το Άστρο του Πρωινού: Υπερρεαλισμός και Μαρξισμός, εκδ. Ερατώ, 2005. ISBN 9602291419
Maurice Nadeau (μτφρ. Α. Παπαθανασοπούλου), Ιστορία του Σουρεαλισμού, εκδ. Πλέθρον, 1978.

Υδατογραφία

Με τον όρο υδατογραφία (ή ακουαρέλα) αναφερόμαστε σε ένα συγκεκριμένο είδος ζωγραφικής που τα τριμένα χρώματα, διαλύονται σε νερό κι αναμιγνύονται με μια μικρή ποσότητα στερεωτικού υλικού, όπως ήτανε παλαιότερα το αραβικό κόμμι. Η τεχνική αυτή έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στους τοπιογράφους του 18ου αιώνα, αλλά ο δεξιοτέχνης Άλμπρεχτ Ντύρερ την εφάρμοζε από τον 15ο. Σε μερικά έργα του, χρησιμοποίησε ακουαρέλα για ν' απλώσει χρώμα στα σχήματα που είχε ήδη δημιουργήσει με μελάνι, ενώ σ' άλλα τη διαχειρίστηκε πιο ελεύθερα.


Τα χρώματα της υδατογραφίας πρέπει να είναι διάφανα, για να διακρίνεται το χαρτί, κάτω από τη ζωγραφική επιφάνεια, στοιχείο που βοηθά στη δημιουργία λεπτών αποχρώσεων και την επιτυχημένη απόδοση των ατμοσφαιρικών συνθηκών. Τα χρώματα όμως μπορούν να χρησιμοποιηθούν κι ως επικαλυπτικά (γκουάς), με προσθήκη κιμωλίας ή άλλων ουσιών, στις χρωστικές. Ο Ντύρερ, συχνά εφάρμοσε κι υδατογραφία και γκουάς στο ίδιο έργο, όπως π. χ. στον "Λαγό" και τη "Νεκρή Φύση" ("Χλόη"), που είναι από τα καλύτερα του είδους.

Τεχνική

Οι υδατογραφίες γίνονται σχεδόν πάντα πάνω σε κάποιο ανθεκτικό χαρτί. Σε αντίθεση με τα ελαιοχρώματα, οι ακουαρέλες δεν προσφέρουν επικάλυψη του ενός χρώματος από το άλλο γιατί είναι αρκετά διάφανες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν μπορούμε να καλύψουμε κάποιο σκούρο χρώμα με ένα άλλο πιο ανοιχτό. Συνήθως λοιπόν όταν ζωγραφίζουμε μια υδατογραφία ξεκινάμε από τις πιο ανοιχτές αποχρώσεις και προχωρούμε σταδιακά στις πιο σκούρες. Το χρώμα μπορεί ανάλογα με την περίπτωση να απλώνεται πάνω σε στεγνό ή σε υγρό χαρτί με διαφορετικά κάθε φορά αποτελέσματα. Λόγω της απλότητας της χρήσης της υδατογραφίας και του γεγονότος ότι στεγνώνει γρήγορα και γίνεται με απλά σχετικά μέσα, η χρήση της είναι πάρα πολύ διαδομένη.

Τετραχρωμία

Ο όρος τετραχρωμία μπορεί να αναφέρεται στην τυπογραφία ή τη ζωγραφική.

Τυπογραφία

Στην τυπογραφία είναι μια μέθοδος τυπογραφικής ανατύπωσης εικόνων με 4 πλάκες διαφορετικού χρώματος.

Ζωγραφική

Στη ζωγραφική αποτελεί μια μέθοδο χρησιμοποίησης των χρωμάτων, ιδιαίτερα στη βυζαντινή αγιογραφία της Κρητικής Σχολής. Σύμφωνα με αυτή, τα τέσσερα βασικά χρώματα είναι η ώχρα, το χονροκόκκινο, η λάκα και το κιννάβαρι, από τα οποία παράγονται όλα τα υπόλοιπα χρώματα κι οι αποχρώσεις τους. Τα χρώματα αυτά βρίσκονται στη φύση και δίνουν ένα αρμονικό αποτέλεσμα στο εκάστοτε έργο, ενώ επίσης χρησιμοποιούνται το μαύρο και το λευκό τιτανίου.

Οι Κρητικοί αγιογράφοι είχαν μια λιτότητα και στη χρήση των χρωμάτων σε σύγκριση με αυτούς της Μακεδονικής Σχολής. Όσοι μετέβησαν στη Δύση για κάποιο χρονικό διάστημα επηρεάστηκαν από το ρεύμα της Αναγέννησης κι έτσι έπειτα χρησιμοποιούσαν κι άλλα χρώματα.

Τενεμπρισμός

O όρος τενεμπρισμός, από την ιταλική λέξη tenebroso (ελλ. μτφρ. σκοτεινός), χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους σκοτεινούς τόνους στη ζωγραφική, όπως αυτοί αποδόθηκαν σε έργα κυρίως του 17ου αιώνα, ειδικότερα του Καραβάτζιο. Ως ύφος χαρακτηρίζεται από μεγάλες βαθύχρωμες ή σκοτεινές επιφάνειες που συνδυάζονται με μικρότερες περιοχές κατάλληλα φωτισμένες με τη χρήση χρώματος, με αποτέλεσμα τη δημιουργία δραματικών φωτοσκιάσεων. Από τον 17ο αιώνα μέχρι τα τέλη του 19ου, ο όρος tenebroso χρησιμοποιήθηκε υποτιμητικά, ασκώντας κριτική σε έργα του Καραβάτζιο, του Ρέμπραντ και άλλων μιμητών τους και προκειμένου να σχολιαστεί η αφύσικη χρήση του chiaroscuro που έκαναν.

Οι ρίζες του τενεμπρισμού τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1600, στη Ρώμη, και μεταξύ των πρώτων χαρακτηριστικών έργων συγκαταλέγονται οι πίνακες του Καραβάτζιο για το παρεκκλήσι Κονταρέλι του ναού Σαν Λουίτζι ντέι Φραντσέζι. Αρκετοί Ιταλοί καλλιτέχνες μιμήθηκαν τον τενεμπρισμό του Καραβάτζιο στις αρχές του 17ου αιώνα, ενώ επηρεάστηκαν από αυτόν και ζωγράφοι που επισκέφτηκαν τη Ρώμη και τη Νάπολι, όπως ο Τζουζέπε ντε Ριμπέρα από την Ισπανία, ο Ολλανδός Χέριτ Χόντχορστ και ο Γάλλος Ζορζ ντε Λα Τουρ. Για τον ιστορικό Τζιοβάνι Μπελόρι, ο τενεμπρισμός του Καραβάτζιο υπήρξε ξεχωριστός και περιγράφει χαρακτηριστικά πως χρησιμοποίησε το στυλ αυτό σε τέτοιο βάθμο ώστε να να μη ζωγραφίζει ποτέ τις ανθρώπινες φιγούρες στο φως της ημέρας αλλά να βρίσκει τον τρόπο να τοποθετούνται στο ημίφως ενός κλειστού χώρου, με το φως να διαχέεται σχεδόν κάθετα από ψηλά, δημιουργώντας έτσι μία ισχυρή αντίθεση μεταξύ φωτός και σκότους[3]. Αν και συχνά ταυτίζεται με το ύφος του Καραβάτζιο, οι ρίζες του μπορούν να αναζητηθούν στον τρόπο με τον οποίο εφάρμοσε την τεχνική του chiaroscuro ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, στις νυχτερινές σκηνές του Κορέτζιο και άλλων ζωγράφων της Λομβαρδίας, καθώς και στο βενετικό chiaroscuro του Τιντορέτο.

Οι σκοτεινοί τόνοι στη ζωγραφική συνδέονται παραδοσιακά με την ερμηνεία τους ως φορέων του κακού, σε αντιδιαστολή με το φως που συμβολίζει το καλό ή το θείο. Σύμφωνα με μία διαφορετική ερμηνεία, στον τενεμπρισμό, η αναγωγή του σκότους σε στοιχείο εφάμιλλης αξίας με το φως, τόσο σε επίπεδο εικονογραφίας όσο και συμβολικά, ενδεχομένως σχετίζεται με πνευματικά ρεύματα στη θρησκεία ή στην αλχημεία που ταύτισαν το σκότος με θετικά πρότυπα.

Καραβάτζιο, O Επιτάφιος Θρήνος, λάδι σε μουσαμά, 1602-3, Μουσεία Βατικανού

Τέμπερα

Η τέμπερα ειναι μια τεχνική στη ζωγραφική. Σύμφωνα με αυτήν, αντί για λάδι, ως συγκολλητική ουσία των χρωμάτων, χρησιμοποιείται ζωική κόλλα, αβγό, ιχθυόκολλα, γάλα, γόμα διαλυμένη σε νέφτι, κερί κλπ.

Ιστορία

Η τέμπερα πρωτοεμφανίζεται στις διακοσμητικές τοιχογραφίες ετρουσκικών τάφων του 6ου αι. π.Χ. (κυρίως στην Ταρκυνία, όπου η τέμπερα βρίσκεται πάνω σε πυρόλιθο). Αργότερα, στη ρωμαϊκή εποχή, συναντάμε μια παραλλαγή της, που συνδυάζεται με τη νωπογραφία. Πλατύτερη χρήση της τέμπερα άρχισε το 2ο αι. μ.Χ. Ως συγκολλητική ουσία χρησιμοποιούν ένα μείγμα αβγού και γάλατος. Η τέμπερα ολόκληρο το μεσαίωνα αποτελούσε το κύριο ζωγραφικό υλικό, μέχρι την αντικατάστασή της από το ελαιόχρωμα το 15ο αι., που πρωτοεπεξεργάστηκαν ο Μποτιτσέλι και ο Μαντένια, με ρητίνη και βερνίκι πάνω σε ύφασμα.

Σήμερα η τέμπερα βασίζεται στη ζωική κόλλα. Το κύριο πλεονέκτημά της βρίσκεται στην ευκολία της εκτέλεσης, παρ` ότι με τον καιρό αλλοιώνονται οι αποχρώσεις. Τώρα όμως και αυτό ακόμα το μειονέκτημα αντιμετωπίζεται από τη σύγχρονη βιομηχανία